εκτατικός


εκτατικός
-ή, -ό (Α ἐκτατικός, -ή, -όν)
νεοελλ.
ο σχετικός με την έκταση («εκτατική επιφάνεια», «εκτατικοί ή εκτατήρες μύες»)
μσν.
επίρρ. ἐκτατικῶς
με έκταση βραχέος φωνήεντος σε μακρό
αρχ.
1. ο εκτείνων, αυτός που αναφέρεται στην έκταση
2. αυτός που έχει την τάση να μηκύνει τα βραχέα φωνήεντα («Ἀθηναῑοι ἐκτατικοί τῶν φωνηέντων», Απολλ. Δύσκ.)
3. αυτός που διατηρεί την τάση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐκτατικώτερον — ἐκτατικός given to lengthening adverbial comp ἐκτατικός given to lengthening masc acc comp sg ἐκτατικός given to lengthening neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτατικοί — ἐκτατικός given to lengthening masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτατικούς — ἐκτατικός given to lengthening masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτατικήν — ἐκτατικός given to lengthening fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτατικῶς — ἐκτατικός given to lengthening adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.